Στην επίθεση που δέχεται ο κόσμος της εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, ο χώρος των ΜΜΕ κατέχει ένα θλιβερό προνόμιο: πρόκειται για τον κλάδο στον οποίο το τελευταίο δίμηνο έχει σημειωθεί πραγματικό σάρωμα – με τις μαζικές απολύσεις, τη στάση πληρωμών της εργοδοσίας, τις μειώσεις αποδοχών κατά 20% (μεσοσταθμικά) μέσω του εκβιασμού των ατομικών συμβάσεων, αλλά και το κλείσιμο ιστορικών εφημερίδων να αποτελούν καθημερινό φαινόμενο.

Πρόκειται όμως και για το χώρο όπου έχουν καταγραφεί αξιοσημείωτες αντιστάσεις: με τον πολύμηνο αγώνα των εργαζομένων του Alter, την προγραμματισμένη αυτοέκδοση της Ελευθεροτυπίας, τη μερική αναίρεση του ενιαίου μισθολογίου μετά την απεργία στα δημόσια μέσα να αποτελούν, μεταξύ πολλών άλλων αντίστοιχων προσπαθειών, σημείο αναφοράς για ευρύτερες δυνάμεις. Η σύνδεση ανάμεσα στην υπεράσπιση των συμφερόντων της ιδιαίτερης κατηγορίας των εργαζομένων στα ΜΜΕ και το ευρύτερο λαϊκό συμφέρον, εν προκειμένω η απόκρουση της μνημονιακής ομοφωνίας που χαρακτηρίζει το περιεχόμενο της κατεστημένης ενημέρωσης, αναδεικνύεται ανάγλυφα.

Ο αγώνας αυτός έφτασε στην κλιμάκωσή του (αλλά συνάντησε και τα όριά του) με το «εσωτερικό δημοψήφισμα» της ψηφοφορίας στις 30-31 Ιανουαρίου στο πλαίσιο της έκτακτης γενικής συνέλευσης της ΕΣΗΕΑ. Σε αυτήν, η κινητοποίηση των (εμφανώς και αφανώς) φιλοεργοδοτικών δυνάμεων κατέγραψε μια πρώτη νίκη: η κατάθεση χωριστής πρότασης από την πλευρά του ΠΑΜΕ (συγκέντρωσε 348 ψήφους) απέτρεψε τη λήψη απόφασης, ελλείψει απόλυτης πλειοψηφίας, φέρνοντας ταυτόχρονα στην πρώτη θέση (με 897 ψήφους την «υπεύθυνη» πρόταση), πρότεινε ως αποδεκτή προοπτική το εθελούσιο κούρεμα μισθών και δικαιωμάτων, αρκεί «να μείνουν ανοικτά τα μέσα». Η πρόταση του προέδρου της ΕΣΗΕΑ και 15 εκπροσώπων στο μεικτό συμβούλιο για διαρκή κινητοποίηση με στόχο την υπογραφή αξιοπρεπούς συλλογικής σύμβασης συγκέντρωσε 809 ψήφους.

Το αποτέλεσμα προσφέρει, εκ πρώτης όψεως, στην αρτηριοσκληρωτική δομή της ΕΣΗΕΑ τη δυνατότητα να απαλλαγεί προς στιγμήν από την πίεση των «από κάτω», οι οποίοι και έκαναν σαφή τη διάθεσή τους για αγώνα και αξιοπρέπεια, παρά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα τρομοκρατίας. Ωστόσο, η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια διατηρεί τη δυνατότητα να εκφραστεί συλλογικά και να μετατραπεί σε δύναμη ελπίδας και αισιοδοξίας. Το Εκτός Γραμμής συνομίλησε με δύο ανθρώπους που εκφράζουν αυτό το μπλοκ: τον πρόεδρο και τον ταμία του Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ, Δημήτρη Τρίμη (εκλέχτηκε με τη «Συσπείρωση δημοσιογράφων-Δούρειος Τύπος») και Γιάννη Αγγέλη (εκλέχτηκε με την «Πρωτοβουλία για την ανατροπή»).

Ε.Γ.: Ένα σχήμα που χρησιμοποιείται ευρέως το τελευταίο διάστημα για τα ελληνικά ΜΜΕ είναι ότι αποτελούν τη δεύτερη μεγαλύτερη φούσκα μετά την ελληνική οικονομία. Συμμερίζεστε αυτή την άποψη;

Δ.Τ.: Ακριβέστερα, φούσκα που σκάει στα κεφάλια των εργαζομένων. Δεν ανακαλύπτει κανείς την Αμερική: τα ΜΜΕ αποτελούν έναν σκληρό ιδεολογικό μηχανισμό και διεθνώς συνδέονται άρρηκτα με οικονομικο-πολιτικά συμφέροντα. Στην Ελλάδα όμως αυτή η «τριγωνομετρία» είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, πολύ πιο απροκάλυπτη και ταυτόχρονα άκαμπτη. Από μόνη της η αδειοδότηση της ιδιωτικής τηλεόρασης, όπως καλά γνωρίζετε, είναι ένα ακόμα σκάνδαλο. Στην Ελλάδα τείνουν να εκλείψουν οι «παραδοσιακοί εκδότες», δηλαδή οι επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται αποκλειστικά στα ΜΜΕ. Αντίθετα, ο Τύπος αξιοποιήθηκε ως μέσο για την εξυπηρέτηση άλλων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Αυτό από μόνο του υπονομεύει την ανεξαρτησία της ενημέρωσης.

Τα Μέσα, αντί να στραφούν για τη βιωσιμότητα τους στο κοινό τους προσφέροντας αξιοπιστία και πλουραλισμό, βρίσκονται σε διαρκή συνομιλία με την πολιτική εξουσία και σε συνεχή εξάρτηση από τον τραπεζικό δανεισμό. Υποτιμούν το προϊόν τους, το μεταλλάσσουν επιπλέον σε «σακούλα καταναλωτικών προσφορών» και αυτό η κοινωνία το αντιλαμβάνεται και γυρνάει την πλάτη.

Γ.Α.: Για μεγάλο χρονικό διάστημα –και κυρίως κατά την περιβόητη περίοδο της «απελευθέρωσης» της αγοράς ενημέρωσης– δημιουργήθηκε σημαντικός αριθμός μέσων τα οποία είχαν ως αφετηρία τους τη διαμεσολάβηση με το δημόσιο, είτε προκειμένου να εξασφαλιστούν «δουλειές» είτε σαν «εργαλεία» των πολιτικών διεργασιών. Η διαδικασία αυτή από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και εξής, λόγω της απότομης μείωσης των επιτοκίων (με την ένταξη στο ευρώ), διευκολύνθηκε πολύ εξασφαλίζοντας εύκολη χρηματοδότηση, η οποία πέραν των (θαλασσο)δανείων υποστηρίχτηκε από την εξαιρετικά διαπλεκόμενη οργάνωση της «διαφημιστικής αγοράς». Αυτή φούσκα σήμερα σκάει. Παράλληλα όμως, πέραν των προϊόντων της καίγονται και σημαντικά εργαλεία ενημέρωσης που συμπαρασύρονται από την κρίση και την εκτός δημοσιογραφικού προσανατολισμού διαχείρισή της…

Ε.Γ.: Προβληματικό αλλά πλουσιοπάροχο σύστημα όλα τα προηγούμενα χρόνια, εφόσον οι ίδιοι οι λειτουργοί του Τύπου βολεύτηκαν κάπως με την κατάσταση…

Δ.Τ.: Στη γενική του περιγραφή αυτό ισχύει. Το σύστημα έβρισκε πάντα τρόπους επιρροής, για να μη πω, εξαγοράς συνειδήσεων. Η πολυθεσία και η αργομισθία είναι οι πιο δημοφιλείς. Όντως, για πολλά χρόνια οι δημοσιογράφοι απεμπόλησαν βασικές αρχές δεοντολογίας και «ασυμβίβαστου» εξασφαλίζοντας ένα καλό επίπεδο ζωής. Γι’ αυτό και δεν πάλεψαν ουσιαστικά για την εφαρμογή του Κώδικα Επαγγελματικής Ηθικής, που με συντριπτική πλειοψηφία ήδη από το 1998 οι ίδιοι ψήφισαν.

Όμως το πλατύ κοινό δεν γνωρίζει ότι αυτός ο κλάδος λειτουργεί με πολλές ταχύτητες στο εσωτερικό του. Το καθεστώς της άμισθης εργασίας, της μαύρης εργασίας, της δουλειάς με το κομμάτι που ήταν έτσι κι αλλιώς διαδεδομένο στον Τύπο, τώρα διευρύνεται και μάλιστα με όρους φτώχειας και υποταγής στη «γραμμή» του αφεντικού. Η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων στον Τύπο δεν περίμενε τις κατευθυντήριες αρχές της Τρόικας, απλώς τώρα εντείνεται και κλιμακώνεται.

Γ.Α.: Πολλοί βολεύτηκαν και άρχισαν να ξεχνάνε ποιο είναι το αντικείμενο της δημοσιογραφίας• προσαρμόστηκαν στις απαιτήσεις των μέσων. Αυτό επηρέασε και συστήματα μέσα στις συνδικαλιστικές εκφράσεις του κλάδου, με αποτέλεσμα καταστάσεις πολύ γνωστές σε όλους, με πολυθεσίτες που… υπηρετούν ταυτόχρονα ως δημοσιογράφοι και ως υπεύθυνοι δημόσιων σχέσεων ιδιωτικών επιχειρήσεων, συχνά στον ίδιο χώρο με το ρεπορτάζ που καλύπτει ο ενδιαφερόμενος.

Δεν είναι όμως όλοι ίδιοι. Σημαντικό κομμάτι συναδέλφων έχει δώσει τις μάχες του και έχει διατηρήσει την επαγγελματική του αξιοπρέπεια, συχνά με θυσίες. Ευτυχώς, τώρα που η φούσκα λόγω της κρίσης σκάει, πολλοί συνάδελφοι ξυπνάνε από το λήθαργο και επανασυνδέονται (ενίοτε με σκληρό τρόπο) με το επάγγελμα του δημοσιογράφου. Οι περισσότεροι βέβαια ως απολυμένοι ή με κατακρημνισμένες αμοιβές…

Αυτό δεν εξαφανίζει το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του κλάδου, τα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια ειδικά, ήταν έξω από αυτά τα προνόμια και δούλευε με το μπλοκάκι ή με άλλες μορφές επισφαλούς και κακοπληρωμένης εργασίας. Αυτοί οι συνάδελφοί βρέθηκαν στην πρωτοπορία των αγώνων του κλάδου ειδικά μετά τον Δεκέμβριο του 2008 και τώρα είναι η στιγμή να πάρουν τη θέση τους στις γραμμές της ΕΣΗΕΑ. Δεν μπορεί να έχουμε ένα συνδικάτο που έχει ακόμα μέλη του αυτούς που από διευθυντικές θέσεις απολύουν ή μειώνουν μισθούς συναδέλφων και να μη μπορούν να γίνουν μέλη οι συνάδελφοι που είτε βρίσκονται απολυμένοι είτε έχουν ξεμείνει με μισθούς πείνας.

Ε.Γ.: Σε ποια μέτωπα ξετυλίγεται τώρα η επίθεση εναντίον των εργαζομένων στην ενημέρωση;

Δ.Τ.: Μα, στην κεντρική κατεύθυνση κυβέρνησης και Τρόικας για την αγορά εργασίας: εσωτερική υποτίμηση, δηλαδή, δραστική μείωση των μισθών, των σχετικά σταθερών θέσεων δουλειάς και αμφισβήτηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Οι συλλογικές συμβάσεις στον Τύπο έχουν λήξει και η εργοδοσία αρνείται να συζητήσει οποιαδήποτε πρόταση. Αντίθετα, αξιοποιώντας όλα τα αντεργατικά νομοθετικά εργαλεία υπονομεύει τις κλαδικές συμβάσεις και τα σωματεία. Η πιο διαδεδομένη μέθοδος είναι οι εκβιαστικές υπογραφές ατομικών συμβάσεων με παράλληλες μειώσεις αποδοχών. Αυτή η διαδικασία όμως είναι χωρίς πάτο.

Για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι στον «Πήγασο» και στον ΣΚΑΪ υπέγραψαν πέρσι ατομικές συμβάσεις (μείον 10%) και τώρα η ιδιοκτησία επανέρχεται ζητώντας κι άλλες μειώσεις, και εκβιάζοντας με νέες απολύσεις ή ακόμα και λουκέτο. Ταυτόχρονα, αξιοποιείται η εκ περιτροπής εργασία αλλά κυρίως η γενίκευση της εργασίας με ΔΠΥ.

Γ.Α.: Όμως η επίθεση χτυπά και ένα επιπλέον μέτωπο, το μέτωπο της ασφάλισης. Εκεί η επίθεση δεν έχει ακόμα ξεδιπλωθεί. Έχουν βάλει στο μάτι όχι μόνο τις συντάξεις και τις παροχές υγειονομικής περίθαλψης, αλλά και τον «κουμπαρά» του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ. Είναι γνωστές οι απόπειρες να μετατραπεί το ταμείο μας σε χρηματοδότη των εκδοτών με πρόσχημα τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας!

Ε.Γ.: Ο σχεδιασμός ποιος είναι, με δεδομένο ότι μέχρι στιγμής μετράμε μόνο ήττες;

Δ.Τ.: Το βασικό θέμα είναι η συγκρότηση ενός κινήματος για τη διάσωση όχι μόνο της δουλείας και της αξιοπρέπειάς μας, αλλά και για τη σωτηρία της ίδιας της ουσιαστικής ενημέρωσης της κοινωνίας, που αυτή την περίοδο την έχει ανάγκη όσο ποτέ. Με απασχολεί το πώς θα διαμορφώσουμε ευνοϊκό συσχετισμό και θα εγκαινιάσουμε μια περίοδο παρατεταμένου πολύμορφου αγώνα που θα θέτει ως αιχμή τη συλλογική σύμβαση, αλλά ταυτόχρονα θα αντιπαλεύει την επισφαλή ή απλήρωτη εργασία, τις απολύσεις, την ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης.

Όπως έλεγε ο Μπαντιού, «ξεκινάμε πάντα από τη μέση». Έχουν γίνει βήματα σ’ αυτή την κατεύθυνση παρά το ότι η πορεία δεν είναι ευθύγραμμη. Το προηγούμενο διάστημα κάναμε πολλές αιφνιδιαστικές απεργίες (για να ξεπερνάμε τα δικαστήρια) επικεντρωμένες στα Μέσα στα οποία εκδηλωνόταν η επίθεση. Σε ορισμένες περιπτώσεις είχαμε αποτελέσματα, και δεν πέρασαν ολόκληρα τα προγράμματα απολύσεων και οι μειώσεις μισθών. Η έκτακτη γενική συνέλευση της ΕΣΗΕΑ την Τρίτη 24.1 ήταν πρωτόγνωρο γεγονός. Σε αυτό το κλίμα πραγματικής εργασιακής τρομοκρατίας και απογοήτευσης 1.200 συνάδελφοι συγκεντρώθηκαν και συζήτησαν για το μέλλον τους.

Γ.Α.: Ο σχεδιασμός χρειάζεται και είναι απαραίτητος. Και δεν μετράμε μόνο ήττες. Στην πρώτη φάση, στις άτακτες επιθέσεις από πλευράς εργοδοσίας απαντήσαμε με στοχευμένες κινητοποιήσεις, οι οποίες τελικά, αν αθροιστούν, δείχνουν ένα κλάδο που έκανε τις περισσότερες μέρες απεργίας από κάθε άλλον την τελευταία περίοδο. Και χωρίς απεργοσπασία, εκτός μεμονωμένων περιπτώσεων. Δεν ανασχέθηκαν όλες οι επιθέσεις. Άλλωστε υπάρχουν «μαγαζιά» στα οποία η αντίδραση των συναδέλφων στην πρώτη επίθεση ήταν να μη γίνουν κινητοποιήσεις για να μην έρθουν τα χειρότερα. Τα χειρότερα ήρθαν και οι ίδιοι συνάδελφοι στην συνέχεια απαιτούσαν δράση…

Κάπως έτσι, μαθαίνοντας με σκληρό τρόπο από τις εμπειρίες στα «μαγαζιά», φτάσαμε στην έκτακτη γενική συνέλευση, η οποία μας επιτρέπει πλέον παρά τις εσωτερικές διαφορές στο εσωτερικό του Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ –ως προς το πλαίσιο του αγώνα– να ενοποιήσουμε όλους τους αγώνες σε ένα μέτωπο. Αυτό θα μας επιτρέψει να ξανασυζητήσουμε και το ρόλο της ΕΣΗΕΑ και των δυνατοτήτων της με άλλους όρους, ώστε να εξυπηρετήσει τους αγώνες μας, την ανάγκη να ξαναδούμε το περιεχόμενο της δουλειάς μας και την ανεξαρτησία από τα κέντρα εξουσίας που και σήμερα καταφέρνουν να το καθορίζουν με σκληρές συνέπειες για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης .

Ε.Γ.: Αυτόν το σχεδιασμό όμως μπορεί να τον υλοποιήσει η ΕΣΗΕΑ που είναι ένα αρκετά δύσκαμπτο και γραφειοκρατικό σωματείο;

Δ.Τ.: Η ΕΣΗΕΑ όντως είναι ένα βαθιά άκαμπτο σωματείο, για την ακρίβεια δεν είναι ακριβώς σωματείο. Επειδή συνδέεται με ένα εύρωστο ταμείο, τον ΕΔΟΕΑΠ, λειτουργεί κάπως ως επιμελητήριο. Γι’ αυτό και είναι κλειστό σωματείο αφήνοντας απ’ έξω τα νέα και πιο επισφαλή τμήματα της απασχόλησης. Επίσης έχει έντονα συντεχνιακά χαρακτηριστικά, δεν έχει βρει τρόπους σύνδεσης με το υπόλοιπο εργατικό κίνημα. Αυτός ο συνδικαλισμός όμως αποτελεί κομμάτι του κόσμου που γκρεμίζεται, δεν εκφράζει πλέον τίποτα. Η ρήξη με αυτό το πρότυπο αποτελεί όρο ύπαρξης του σωματείου. Εμείς σ’ αυτή την κατεύθυνση κινούμαστε. Δεν είναι εύκολο όμως. Δεν έχουμε πάντα το συσχετισμό στο διοικητικό συμβούλιο.

Το κρίσιμο όμως είναι αν έχουμε το συσχετισμό στους εργαζόμενους δημοσιογράφους. Χρειάζεται ανάδραση από τη βάση που φλερτάρει με την απόσυρση και την εξατομίκευση. Για αυτό θέλουμε να χτίσουμε ένα μαζικό, ανοιχτό, δημοκρατικό και αγωνιστικό σωματείο, να οργανώσουμε την αλληλεγγύη, να σφυρηλατήσουμε τη διακλαδική ενότητα ως πρόπλασμα για το συνδικάτο Τύπου. Αυτός είναι και ο ρόλος της Αριστεράς σήμερα στα σωματεία. Άλλωστε, η ποιότητα της ενημέρωσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ποιότητα των εργασιακών σχέσεων. Ένας δημοσιογράφος πολυεργαλείο, εντατικοποιημένος, χωρίς δικαίωμα απεργίας χάνει τον έλεγχο από το προϊόν της εργασίας του. Γι’ αυτό οφείλουμε να προτάξουμε το ζήτημα της ενημέρωσης. Ειδικά τώρα που είναι σαφές σε όλους ότι τα ΜΜΕ λειτούργησαν σαν την 5η φάλαγγα του Μνημονίου και φέρουν τεράστιες ευθύνες για την κοινωνική καταστροφή που συντελείται.

 

Πηγή: Περιοδικό Εκτός Γραμμής, Τεύχος 29 / Φεβρουάριος 2012

http://www.ektosgrammis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1590%3A-lr-&catid=108%3Aergazomenoi&Itemid=493&fb_source=message

Advertisements